Γαιοσκώληκες: οι παραμελημένοι μας φίλοι


Του δρος Βαγγέλη Α. Μπούρμπου

Οι γαιοσκώληκες, οι γνωστοί στο λαό ως «σκουληκαντέρες», που αυλακώνουν ασταμάτητα κι ακούραστα το έδαφος, αρχίζουν να σπανίζουν. Δεν είναι πια συχνό το φαινόμενο των μακρών επιφανειακών ορυγμάτων μετά από βροχή. Ούτε εύκολο να τους συναντήσει κανείς με το πρώτο σκάψιμο του κήπου του. Λίγο η εντατική μηχανική κατεργασία του εδάφους, λίγο η έλλειψη οργανικής ουσίας μα πιο πολύ τα χρησιμοποιούμενα στο έδαφος συνθετικά φυτοφάρμακα αποδεκατίζουν χρόνο με το χρόνο τους ζωικούς αυτούς οργανισμούς. Χάνονται τώρα που η επιστήμη αρχίζει με την έρευνά της να αποκαλύπτει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν στο οικοσύστημα. Τώρα που γίνονται αντικείμενο βαθιάς μελέτης σε όλο τον κόσμο. 

Στην Ελλάδα, από όσα μπορεί να γνωρίζει ο αρθρογράφος δεν έχουν γίνει ιδιαίτερες μελέτες για τους γαιοσκώληκες. Δεν υπάρχει καμιά συστηματική καταγραφή των ειδών και της ποσοτικής τους παρουσίας. Η αναπτυσσόμενη οικολογική γεωργία φέρνει στο προσκήνιο τον ξεχασμένο βιολογικό τους ρόλο.

Κι όμως αυτοί οι αγνοημένοι από την επιστήμη ολιγοχαίτες θεωρούνται τα καλύτερα μέσα προστασίας των εδαφών από τη διάβρωση, θεραπείας της κόπωσης, βελτίωσης της δομής και της γονιμότητας των καλλιεργούμενων εδαφών και κομποστοποίησης των οργανικών γεωργικών και αστικών στερεών αποβλήτων και λάσπης των βιολογικών καθαρισμών.

Γνωριμία με τους γαιοσκώληκες

Η εδαφοπανίδα ή πεδοπανίδα αποτελεί το 60-80% σε πληθυσμό και βιομάζα των ζωικών οργανισμών του πλανήτη. Ανάμεσα στους εταίρους της εδαφοπανίδας η τάξη των ολιγοχαίτων μπορεί κάτω από ευνοϊκές συνθήκες να καλύψει το 60-70% της ζωικής βιομάζας. Μπορεί δηλαδή να φτάσει στους 0,1-0,3 τόνους σε βάρος στο στρέμμα. Η τάξη αυτή περιλαμβάνει τις υποτάξεις Opisthopora, Plesiopora, Prosopora και Prosotheca. Είναι μία τάξη που μελετήθηκε πολύ λίγο από τους ειδικούς επιστήμονες.

Οι γαιοσκώληκες ανήκουν στην υποτάξη των Opisthopora και ειδικότερα στην υποδιαίρεση των Diplotesticula. Χαρακτηρίζονται από μαλακό σώμα αποτελούμενο από επιμέρους τμήματα γνωστά ως μεταμέρη. Ο αριθμός των μεταμερών κυμαίνεται από 80-450. Σε ορισμένα είδη ξεπερνά τα 600. Κατά κανόνα το μήκος τους είναι πάνω από 20 mm. Μπορεί όμως σε ορισμένα είδη να ξεπεράσει και τα 3 m. Δεν έχουν μάτια, ούτε ευδιάκριτο κεφάλι. Τα πρώτα μεταμέρη με μεγαλύτερο αριθμό κυττάρων χρησιμεύουν για τη μηχανική διείσδυση του γαιοσκώληκα στο έδαφος. Ζουν ανάλογα με τις συνθήκες του περιβάλλοντος και το είδος από 2 μήνες μέχρι και δέκα χρόνια. Είναι ερμαφρόδιτοι οργανισμοί. 

Ο γαιοσκώληκας Allolobophora chlorotica.

Οι ενήλικες γαιοσκώληκες δημιουργούν ειδικά κουκούλια μέσα στα οποία περικλείεται ένα και σε ορισμένα είδη 8-16 αυγά. Τα κουκούλια αντέχουν πολύ στις αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες. Στην Αγγλία βρέθηκαν απείραχτα κουκούλια από την εποχή του χαλκού. Η σεξουαλική τους ωριμότητα αποκτάται μέσα σε 2-12 μήνες ανάλογα με το είδος, τη θερμοκρασία και την υγρασία του περιβάλλοντος.

Υπάρχουν πάνω από 3.000 είδη γαιοσκωλήκων, που κατατάσσονται σήμερα σε 4 οικογένειες. Η έννοια του είδους στους γαιοσκώληκες είναι ακόμα μέχρι και σήμερα ασαφής. Γι’ αυτό και παρουσιάζονται πολλές δυσκολίες στην ταξινόμησή τους. Η πιο ενδιαφέρουσα οικογένεια γαιοσκωλήκων είναι η Lombricidae. Στην Ευρώπη η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει περί τα 130 είδη. Από αυτά τα 30 ζουν στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες. Τα πιο γνωστά είδη είναι τα: Allolobophora chlorotica, Allolobophora longa, Dendrobaena veneta, Eisenia andrei, Eisenia fetida, Eudrillus eugeniae, Hormogaster praetiosa nigra, Lumbricus castaneus, Lumbricus herculus, Lumbriscus rubellus, Lumbriscus terrestris, Megascolides australis, Millsonia anomala, Nicodrillus caliginosus, Nicodrillus longus longus, Perionyx excavatus και Pontoscolex corenthrurus.

Ο γαιοσκώληκας Megascolides australis.

Οι γαιοσκώληκες, με βάση τα χαρακτηριστικά προσαρμογής και ανάπτυξης στο περιβάλλον που ζουν, χωρίζονται σε τρεις μεγάλες οικολογικές κατηγορίες:

• στους επίγειους, που ζουν στην επιφάνεια του εδάφους. Οι γαιοσκώληκες της κατηγορίας αυτής αποικοδομούν κυρίως την οργανική ουσία. Καταστρέφονται εύκολα από το δυνατό ήλιο, την ξηρασία και αποδεκατίζονται συχνά από διάφορα αρπακτικά σκουληκοφάγα πουλιά. Διαφεύγουν τους κινδύνους αυτούς με τη μεγάλη αναπαραγωγική τους ικανότητα και την ευκολία δημιουργίας ανθεκτικών κουκουλιών.
• Στους ενδόγειους, που διατρέφονται με χώμα διανοίγοντας ένα ευρύ δίκτυο σχεδόν οριζόντιων στοών. Ανθίστανται στις αντίξοες καιρικές συνθήκες με σταμάτημα της δραστηριότητάς τους. 
• Στους ανεσικούς, που είναι και οι πιο χοντροί. Διανοίγουν σχεδόν κατακόρυφες στοές πηγαίνοντας μέχρι και 2 μέτρα σε βάθος. Για να περάσουν τις αντίξοες συνθήκες εισέρχονται σε δίμηνη διάπαυση αρχίζοντας από τον Ιούνιο.

Εξυπακούεται πως ένα και το αυτό είδος ανάλογα με τα οικολογικά του χαρακτηριστικά μπορεί να ανήκει σε μία ή περισσότερες κατηγορίες.

Οι γαιοσκώληκες σε όλη τους τη ζωή καταπίνουν μεγάλες ποσότητες χώματος και οργανικής ουσίας, τις οποίες στη συνέχεια αποβάλλουν με τη μορφή εκτεταμένων σωρών μέσα ή στην επιφάνεια του εδάφους κάνοντας έτσι γνωστή την παρουσία τους. Υπολογίζεται ότι κάθε γαιοσκώληκας μπορεί να καταπιεί και να εκκενώσει 300 g εδάφους και οργανικής ουσίας το χρόνο. Αυτό με μια πυκνότητα 100-250 γαιοσκώληκες στο τετραγωνικό μέτρο μεταφράζεται σε 30-75 τόνους στο στρέμμα, που με ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να φτάσει και στους 100. Με το ρυθμό αυτό δραστηριότητας είναι σίγουρο πως ένα μεγάλο μέρος του εδάφους του πλανήτη έχει ήδη περάσει πολλές φορές από το πεπτικό σύστημα των γαιοσκωλήκων.

Οι γαιοσκώληκες στο εδαφοοικοσύστημα

Η επίδραση των γαιοσκωλήκων στο εδαφοοικοσύστημα είναι από πολύ παλιά γνωστή. Το 1777 γίνεται για πρώτη φορά λόγος για την ευεργετική επίδρασή τους στη φυτική ανάπτυξη. Η πρώτη δημοσίευση για το ρόλο των γαιοσκωλήκων στη φυσική δομή του εδάφους θα γίνει το 1881. Έκτοτε και μέχρι σήμερα υπάρχει πληθώρα δεδομένων για την οικολογική συμπεριφορά των γαιοσκωλήκων στο έδαφος.

Είναι γνωστό πως οι γαιοσκώληκες για να ικανοποιήσουν τις φυσιολογικές τους ανάγκες και να προφυλαχθούν από τις αντίξοες συνθήκες και διάφορα αρπακτικά διανοίγουν ένα εκπληκτικό δίκτυο κάθετων και οριζόντιων στοών.

Με τη δραστηριότητά τους αυτή γίνονται οι βασικότεροι παράγοντες προστασίας του εδάφους από τη διάβρωση. Το πρόβλημα της διάβρωσης των εδαφών είναι στις μέρες μας οξυμμένο και επιδεινώνει το φαινόμενο της ερημοποίησης του πλανήτη. Στις υγρές αποδασωμένες τροπικές περιοχές, στις χώρες που η εντατική γεωργία αχρηστεύει τη φυσική δομή των καλλιεργούμενων εδαφών και εκεί όπου οι πυρκαγιές αποψιλώνουν την εδαφική επιφάνεια η διάβρωση μεταφέρει προς τη θάλασσα εκατομμύρια τόνους γόνιμου χώματος. Πολλοί εναποθέτουν τις ελπίδες επίλυσης του προβλήματος αυτού στην οικολογική δραστηριότητα των γαιοσκωλήκων. 

Πράγματι, έχει διαπιστωθεί ότι οι στοές των γαιοσκωλήκων σε ένα λειμωνικό έδαφος με διάμετρο γύρω στα 4 mm και μήκος 100-800 μ. καλύπτουν ένα όγκο 1-9 l /m2 .Το δίκτυο αυτό των στοών διευκολύνει τη διείσδυση του νερού των βροχών μέσα στο έδαφος. Βιομάζα από ανεσικούς γαιοσκώληκες 100 kg/ στρέμμα εξασφαλίζει τη διείσδυση 280 mm νερού την ώρα, ποσότητα που ανταποκρίνεται στο μέσο βροχομετρικό ύψος 600-1200 mm των μεσογειακών χωρών. 

Στα πλαίσια του προγράμματος Macrofauna της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναπτύσσεται σήμερα ειδική έρευνα προς την κατεύθυνση αντιμετώπισης της διάβρωσης των εδαφών με την εισαγωγή σ’ αυτά γαιοσκωλήκων. Η προσπάθεια αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα καλλιεργούμενα εδάφη γιατί βελτιώνεται το πορώδες τους και διευκολύνεται η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος των φυτών.

Ο γαιοσκώληκας Millsonia anomala.

Το μίγμα του χώματος που αποβάλλεται από τους γαιοσκώληκες εναποτίθεται σε σωρούς μέσα ή στην επιφάνεια του εδάφους. Η ποσότητα που μπορεί να εναποτεθεί στην επιφάνεια του εδάφους υπολογίζεται στους 2.5 τον./ στρέμμα το χρόνο. Το ίδιο χώμα μπορεί να καταποθεί και να εκκενωθεί μέχρι και δέκα φορές. Μάλιστα οι νεαρής ηλικίας γαιοσκώληκες του Millsonia anomala περνούν το ίδιο χώμα 36 φορές από το πεπτικό τους σύστημα. 

Το αφοδευμένο μίγμα αποτελείται από χώμα, οργανική ουσία, αφομοιώσιμα μεταλλικά στοιχεία, βακτηριακό κόμμι, βλέννες και μυκηλιακές υφές. Είναι λεπτοκοκκώδους υφής με διάμετρο κοκκιδίων 2-10 mm. Η παρουσία του στο έδαφος βελτιώνει τη δομή του και διευκολύνει το σχηματισμό οργανικών συμπλόκων αυξάνοντας έτσι τη γονιμότητα. Δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο στο συγκεκριμένο εδαφοοικοσύστημα ένα περιβάλλον ιδανικό για την ανάπτυξη των ωφελίμων μικροοργανισμών και των ριζών των φυτών.
 
Μ’ άλλα λόγια οι γαιοσκώληκες είναι οι καλύτεροι βιολογικοί καλλιεργητές του εδάφους και οι αέναοι τροφοδότες των φυτών σε αφομοιώσιμα θρεπτικά συστατικά. Μπορούν κατά συνέπεια να υποκαταστήσουν τα μηχανικά οργώματα που καταστρέφουν την υφή του εδάφους και τα συνθετικά χημικά λιπάσματα με όλες τις γνωστές παρενέργειές τους. 
Ο πλούτος του αφοδευμένου μίγματος οφείλεται επιπλέον και στην ευνοϊκή επίδραση που ασκεί στη δραστηριότητα των μικροοργανισμών. Το μίγμα που αποβάλλουν οι γαιοσκώληκες περιέχει περισσότερους μικροοργανισμούς από το φυσικό έδαφος. Ακόμα το λεπτοκοκκώδες του μίγματος αυτού διευκολύνει περισσότερο την ενζυματική και μικροβιακή δράση. 

Μελέτες έδειξαν ότι ένας τόνος βιομάζας του Nicodrillus longus longus αποδίδει 460 Kg N σε νιτρική, αμμωνιακή και ουρική μορφή. Η ποσότητα αυτή του Ν είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που συνήθως χρησιμοποιείται στη χημική λίπανση. Το άζωτο όμως αυτό απορροφάται σχεδόν εξολοκλήρου από τα φυτά, γεγονός που δεν δημιουργεί προβλήματα έκπλυσης στους υδροφόρους ορίζοντες. Ο ίδιος οργανισμός των γαιοσκωλήκων μετά το θάνατο αποτελεί μιας πρώτης τάξεως πηγή αφομοιώσιμου Ν. 

Το 60-70% της ξηράς ουσίας του σώματός τους αποτελείται από πρωτεΐνες. Περιέχουν σε σημαντική ποσότητα ορισμένα από τα απαραίτητα αμινοξέα και κυρίως τη μεθειονίνη και τη λυσίνη. Γι’ αυτό και οι γαιοσκώληκες αποτελούν περιζήτητοι τροφή για πολλά αρπακτικά πουλιά και χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα ως ειδικό δολωμα. Το αφοδευμένο μίγμα σε σχέση με το φυσικό έδαφος περιέχει 5, 2, 2.5, 7 και 7 φορές περισσότερο νιτρικό Ν, εναλλάξιμο Ca, Mg και K και αφομοιώσιμο P αντίστοιχα. Ανάλογη αύξηση διαπιστώθηκε και σε άλλα ολιγοστοιχεία. Στη Ν. Ζηλανδία με τη βοήθεια των γαιοσκωλήκων θεραπεύτηκε τροφοπενία Mo σε εδάφη που περιείχαν το στοιχείο αυτό σε μη αφομοιώσιμη μορφή.

Τα εδάφη και ιδιαίτερα τα καλλιεργούμενα περιέχουν σήμερα πολύ λίγους γαιοσκώληκες. Αυτό πρέπει να αποδοθεί στην εντατική μηχανική καλλιέργεια, στην έλλειψη ή περίσσεια υγρασίας, στην έλλειψη οργανικής ουσίας, στην κόπωσή τους, στην όξυνση ή αλκαλικότητά τους και στη χρήση συνθετικών αγροχημικών και ιδιαίτερα φυτοφαρμάκων εδάφους. 

Από τα φυτοφάρμακα πολύ τοξικά είναι τα απολυμαντικά ευρέος φάσματος (Βρωμιούχο μεθύλιο, Di Trapex, Metam Sodium, Dazomet, κ.λπ.), τα οργανοχλωριωμένα, τα οργανοφωσφορικά και τα νηματωδοκτόνα (D.D., Διβρωμιούχο αιθυλένιο, Διχλωροπροπάνιο κ.λπ.). Τα καρβαμιδικά εντομοκτόνα και το Aldicarp προκαλούν καρκινώματα στο εξώδερμα των γαιοσκωλήκων. Τα ζιζανιοκτόνα Paraquat και Amitrol περιορίζουν τη σκαπτική ικανότητά τους. Από τα μυκητοκτόνα επικίνδυνα είναι το Benomyl, που περιορίζει τη σκαπτική ικανότητα των γαιοσκωλήκων, ο Χαλκός που μεταβάλλει την αναπαραγωγική ικανότητα και πληθυσμιακή τους σύνθεση υπέρ των ενηλίκων και ο Υδράργυρος που κατά 8-13% περιέχεται στο σώμα τους με τη μεθυλική μορφή. 

Η βελτίωση της υφής και της γονιμότητάς τους γίνεται με την εισαγωγή σ’ αυτά απευθείας εκτρεφόμενων σε ειδικούς χώρους γαιοσκωλήκων ή την προσθήκη στερεού ή υγρού μίγματος προερχομένου από ειδική εκτροφή γαιοσκωλήκων.

Για μια πετυχημένη εισαγωγή εκτρεφόμενων γαιοσκωλήκων πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι επικρατούσες εδαφικές συνθήκες (pH, υγρασία, θερμοκρασία, οργανική ουσία, κ.λπ.), η φυτική κάλυψη και το είδος του γαιοσκώληκα που θα χρησιμοποιηθεί. Κατά κανόνα χρησιμοποιούνται οι ενδόγειοι και οι ανεσικοί γαιοσκώληκες. Η μέχρι τώρα εισαγωγή των Lumbricus terrestris και Nicodrillus caliginosus ήταν τελείως εμπειρική και γι’ αυτό τα αποτελέσματα ήταν αμφιλεγόμενα. Στα εδάφη που θα εισαχθούν οι γαιοσκώληκες δεν πρέπει να οργώνονται με βαριά μηχανήματα, να λιπαίνονται με συνθετικά λιπάσματα ή να ψεκάζονται με διάφορα παρασιτοκτόνα. Αν είναι φτωχά σε οργανική ουσία να λαμβάνεται μέριμνα προσθήκης της.

Μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλές προσπάθειες εισαγωγής γαιοσκωλήκων στα καλλιεργούμενα εδάφη που έχουν υποστεί κόπωση ή είναι φτωχά στους οργανισμούς αυτούς. Τέτοιες προσπάθειες αναφέρονται στη Ν. Ζηλανδία, στην Αυστραλία, στις υγρές τροπικές περιοχές και σε πολλές άλλες χώρες. Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά.

Στο Περού η εισαγωγή του γαιοσκώληκα Pontoskolex corethrurus σε έδαφος με καλαμπόκι αύξησε για έξι συνεχείς καλλιέργειες την παραγωγή κατά 130%.

Ανάλογα αποτελέσματα διαπιστώθηκαν και στη Γιουριμάγκουα, στην Ακτή του Ελεφαντοστούν και στο Μεξικό για το καλαμπόκι και το ρύζι. Η θετική επίδραση στην παραγωγή ξεκινάει με μία πυκνότητα γαιοσκωλήκων τουλάχιστον 4 g/ στρέμμα. 

Στην Αγγλία διαπιστώθηκε ότι η παρουσία στο έδαφος του Lumbricus terrestris αυξάνει σημαντικά τη φυτομάζα του Trifolium dubium και τον αριθμό των φυματίων στις ρίζες.

Η εισαγωγή του Nicodrillus caliginosus σε ένα λειμώνα στη Ν. Ζηλανδία αύξησε κατά 72% την απόδοσή του σε σανό. H απόδοση των λειμώνων στις Κάτω Χώρες αυξήθηκε κατά 10% με την εισαγωγή των Lumbricus terrestris, Lumbricus rubellus, Nicodrillus caliginosus και Allolobofora longua.

Η εισαγωγή των γαιοσκωλήκων γίνεται μόνο μία φορά. Το μεγάλο πρόβλημα είναι στην εκτροφή τους και ιδιαίτερα των ανεσικών και ενδόγειων που αναπαράγονται με μεγάλη δυσκολία. Ύστερα δεν είναι τόσο απλό να επιτύχει κανείς τις φυσικές συνθήκες σε μια τεχνητή εκτροφή.

Οι γαιοσκώληκες στην τροφική αλυσίδα

Οι γαιοσκώληκες λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας του σώματος τους σε πρωτεϊνες αποτελούν εξαιρετική τροφή για πολλά σπονδυλωτά (πτηνά, αγριόχοιρο, αλεπού, κ.λπ.). Το 58% της διατροφής της κουκουβάγιας ( Athene noctua ) κατά την περίοδο του φωλέματος καλύπτεται από τους γαιοσκώληκες. Στην Ελβετία οι γλάροι μπορούν να καταναλώσουν μέχρι και 4.3 g γαιοσκωλήκων το λεπτό. Το είδος Eisenia fetida εκτρέφεται σήμερα για την παραγωγή δολωμάτων στο ψάρεμα.

Υπάρχουν βακτήρια, πρωτόζωα, νηματώδεις και μύκητες που χρησιμοποιούν ως ενδιάμεσους τους γαιοσκώληκες για να προσβάλλουν άλλους οργανισμούς. Οι νηματώδεις του γένους Synganus και τα πρωτόζωα Histomonas προσβάλλουν τα πτηνά που θα καταναλώσουν γαιοσκώληκες που περιέχουν στο πεπτικό τους σύστημα τα παράσιτα αυτά.

Οι γαιοσκώληκες χαρακτηρίζονται από μεγάλη βιοσυγκέντρωση στο σώμα τους των βαρέων μετάλλων και ιδιαίτερα του μόλυβδου, του καδμίου και του υδραργύρου. Είναι εύκολο κατά συνέπεια με την τροφική αλυσίδα να περάσουν τα μέταλλα αυτά στον άνθρωπο και να προκαλέσουν τις ασθένειες μολυβδίαση, ιτάϊ ιτά και μιναμάτα αντίστοιχα.

Οι γαιοσκώληκες στην ολοκληρωμένη διαχείριση  των στερεών γεωργικών και αστικών αποβλήτων.

Στα πλαίσια της ολοκληρωμένης διαχείρισης των στερεών γεωργικών και αστικών αποβλήτων η κομποστοποίηση των οργανικών υλικών αποτελεί σημαντικό και απαραίτητο χειρισμό. Οι γαιοσκώληκες στη φάση αυτή παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πράγματι είναι ικανοί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να περάσουν μέσα από το πεπτικό τους σύστημα την οργανική ουσία των σκουπιδιών, της λάσπης των βιολογικών καθαρισμών και των διαφόρων γεωργικών αποβλήτων και να αποδώσουν λεπτόκοκκο μίγμα πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και άριστο βελτιωτικό του εδάφους. Το μίγμα αυτό λόγω της αερόβιας ζύμωσης που υφίσταται προηγουμένως είναι απαλλαγμένο από φυτοπαθογόνους μικροοργανισμούς και τοξικές χημικές ουσίες. Επιπλέον δεν περιέχει βαριά μέταλλα, αφού αυτά βιοσυσωρεύονται στο σώμα των γαιοσκωλήκων. Η πρώτη χρήση γαιοσκωλήκων στην κομποστοποίηση της οργανικής ουσίας των σκουπιδιών έγινε το 1949 .

Έκτοτε διάφορες μελέτες βοήθησαν στην ανάπτυξη αποτελεσματικών τεχνικών και στην επιλογή των κατάλληλων ειδών γαιοσκωλήκων. Σήμερα χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό κυρίως οι επίγειοι γαιοσκώληκες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα είδη Dendrobaena veneta, Eisenia andrei, Eisenia fetida και Eudrillus eugeniae. Στη Γαλλία η τεχνική αυτή αναπτύχθηκε σε βιομηχανική κλίμακα. Μονάδες ολοκληρωμένης διαχείρισης των στερεών αποβλήτων στις οποίες περιλαμβάνεται και ο γαιοσκώληκας Eisenia andrei έχουν εγκατασταθεί στην πόλη Voulte της Ardeche και στην Deauville. Το κόστος του συστήματος αυτού είναι το μισό εκείνου της ολικής καύσης των σκουπιδιών. Το σύστημα της διαχείρισης των στερεών αποβλήτων που περιλαμβάνει και τους γαιοσκώληκες επεκτείνεται σήμερα και στην Ιταλία, Γερμανία, Πολωνία και Καναδά.