“Εναλλακτικές καλλιέργειες κηπευτικών στο Ν. Καρδίτσας και η συμβολή τους στην παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων"


Κωνσταντίνος Ακουμιανάκης Επίκουρος Καθηγητής Εργαστηρίου Κηπευτικών Καλλιεργειών του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η παραγωγή πιστοποιημένων κηπευτικών είναι πλέον το μεγάλο ζητούμενο στη σημερινή εποχή. Σημειώνεται αυξανόμενη ζήτηση λαχανικών υψηλής ποιότητας όχι μόνο ως προς τα χαρακτηριστικά εμφάνισης, αλλά και ως προς την υψηλή θρεπτική αξία, τις άριστες οργανοληπτικές ιδιότητες και την ασφάλεια απουσίας υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων. Η βιολογική γεωργία και η ολοκληρωμένη διαχείριση και παραγωγή είναι οι γεωργικές πρακτικές που μπορούν να εξασφαλίσουν αυτά τα δεδομένα, δημιουργώντας παράλληλα συνθήκες αειφορικής διαχείρισης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Η αειφορική καλλιέργεια των λαχανικών είναι ένα σύγχρονο σύστημα παραγωγής, που υπερασπίζεται τη διαρκή γονιμότητα του εδάφους και δεν εξαντλεί τα αποθέματα της γης. Η αειφορική καλλιέργεια δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν αλλά εκμετάλλευση των επιτευγμάτων της οικολογίας, της βιοτεχνολογίας, της βιοχημείας, της φυσιολογίας των φυτών, της τεχνικής καλλιέργειάς τους και του τεχνολογικού εξοπλισμού. Τα κίνητρα για την παραγωγή πιστοποιημένων λαχανικών στα πλαίσια της αειφορίας είναι τεχνικά και οικονομικά.

Α. Τεχνικά κίνητρα

1). Μεγάλος αριθμός καλλιεργούμενων ειδών: Τα είδη των λαχανικών που καλλιεργούνται στην Ελλάδα, ανήκουν σε 11 οικογένειες και ο αριθμός τους ξεπερνάει τα 30.

2). Καλλιεργητική δραστηριότητα και παραγωγή προϊόντων όλο το χρόνο (χειμερινά, καλοκαιρινά λαχανικά, καλλιέργειες υπό κάλυψη): Αφενός μεν η κατασκευή απλών σκεπάστρων (χαμηλά τούνελ) ή θερμοκηπίων και αφετέρου η προσαρμοστικότητα των ειδών που καλλιεργούνται σε διάφορες κλιματικές συνθήκες εξασφαλίζουν την καλλιέργεια και παραγωγή πολλών ειδών όλο το χρόνο. Σε αυτό έχουν συμβάλλει και η επιλογή ειδών και ποικιλιών που έχουν προσαρμοστεί σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, αλλά και η βελτίωση των τεχνικών καλλιέργειας.

3). Μικρές μονάδες οικογενειακού τύπου λαχανοκομικών εκμεταλλεύσεων, λόγω μικρού κλήρου και εντατικής μορφής των καλλιεργειών: Η άσκηση της βιολογικής καλλιέργειας εκ των πραγμάτων απαιτεί περισσότερα εργατικά χέρια απ' ότι η συμβατική. Για να είναι βιώσιμη μια μονάδα πρέπει κατά κανόνα να στηρίζεται στο δικό της δυναμικό. Έτσι η οικογενειακή μορφή που έχουν οι περισσότερες λαχανοκομικές εκμεταλλεύσεις ταιριάζει απόλυτα στο οικονομικό μοντέλο των βιολογικών καλλιεργειών. Η απαίτηση ξένων εργατικών χεριών περιορίζεται κατ' αυτό τον τρόπο μόνο σε περιόδους έντονης δραστηριότητας π.χ. συγκομιδή.

4). Ποικιλομορφία ανάπτυξης ριζικού συστήματος: Είναι φυσικό ο μεγάλος αριθμός των καλλιεργούμενων ειδών να εξασφαλίζει και τεράστια διαφοροποίηση στο σημαντικό θέμα της ανάπτυξης του ριζικού συστήματος των καλλιεργούμενων ειδών. Το πλεονέκτημα που προκύπτει είναι ότι μπορεί να σχεδιάζεται κάθε φορά ένα σύστημα αμειψισποράς με πολύ μεγάλη ελευθερία επιλογής διαφόρων ειδών με βάση την ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Έτσι επιπολαιόριζα φυτά μπορεί να διαδέχονται βαθύρριζα, ή λαχανικά με πλούσιο ριζικό σύστημα να διαδέχονται είδη με φτωχότερο με τελικό στόχο την καλύτερη εκμετάλλευση του εδάφους.

5). Διαφορετικές θρεπτικές απαιτήσεις: Οι ανάγκες των λαχανικών που καλλιεργούνται για καρπό διαφέρουν σε μερικά σημεία από τις ανάγκες των φυλλωδών. Στην πρώτη κατηγορία απαιτείται μια πιο πολυσύνθετη γονιμότητα εδάφους που αφορά το σύνολο των βασικών στοιχείων αλλά και μια σειρά ιχνοστοιχείων. Στη δεύτερη περίπτωση το βασικό στοιχείο είναι το άζωτο. Συνεπώς ανάλογα με τις εισροές για την αύξηση της εδαφικής γονιμότητας μπορούν να προσαρμόζονται οι καλλιέργειες στις δοσμένες εδαφικές συνθήκες γονιμότητας.

6). Διαφορετικές εδαφικές απαιτήσεις: Εκτός από τη γονιμότητα του εδάφους πολύ σημαντικό ρόλο για την επιτυχία μιας καλλιέργειας παίζουν και άλλοι παράγοντες όπως η δομή του εδάφους, η μηχανική σύσταση του εδάφους, το pH του εδάφους κλπ. Η προσπάθεια διόρθωσης των πολύ βασικών αυτών ιδιοτήτων του εδάφους ώστε να προσαρμοστεί μια καλλιέργεια, είναι μια δαπανηρή και συνάμα προσωρινή λύση. Έτσι η μεγάλη προσαρμοστικότητα των διαφόρων ειδών και ποικιλιών σε διαφορετικές εδαφικές ιδιότητες είναι η θεμελιώδης επιλογή και όχι η προσπάθεια διόρθωσης των ιδιοτήτων αυτών. Για παράδειγμα σε ένα έδαφος με μεγάλη αλατότητα που μπορεί να συνοδεύεται και από νερό μεγάλης αγωγιμότητας, αποτελεί εναλλακτική λύση η καλλιέργεια κάποιου ανθεκτικού είδους σε αυτές τις εδαφικές συνθήκες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η καλλιέργεια της αλμύρας.

7). Περιλαμβάνονται ψυχανθή: Κάθε ψυχανθές αποτελεί μια σημαντική επιλογή είτε σε ένα σύστημα αμειψισποράς, είτε σε μια χλωρή λίπανση. Στα λαχανικά περιλαμβάνονται και ψυχανθή φυτά, που καλλιεργούνται τόσο το χειμώνα (κουκί, αρακάς), όσο και το καλοκαίρι (φασολάκι). Συνεπώς ένας παραγωγός μπορεί να εκμεταλλευτεί κατά τον καλύτερο τρόπο όλο το χρόνο τη σημαντική προσφορά των ψυχανθών στη βελτίωση της εδαφικής γονιμότητας.

8). Η γενετική βελτίωση των κηπευτικών: Η Επιστήμη της Βελτίωσης των φυτών έχει δώσει τα τελευταία χρόνια τη δυνατότητα δημιουργίας ανθεκτικών υβριδίων και ποικιλιών τόσο σε εχθρούς και ασθένειες, όσο και σε αντίξοες συνθήκες ανάπτυξης (αλατότητα, αντοχή σε χαμηλές θερμοκρασίες κλπ).

Β. Οικονομικά κίνητρα

1). Παραγόμενα προϊόντα καθημερινού διαιτολόγιου: Παρά τη συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση τροφίμων ζωικής προέλευσης, που έχει έρθει σαν αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, τα λαχανικά αποτελούν τη βάση του καθημερινού διαιτολόγιου του ανθρώπου. Επιπλέον έχει καταστεί πλέον σαφές ότι μαζί με τα φρούτα είναι η κύρια πηγή σημαντικών βιταμινών και ιχνοστοιχείων αλλά και ινών που βοηθούν την πεπτική διαδικασία.

2). Αυξανόμενη ζήτηση για ασφαλή λαχανικά: Η εντατική εκμετάλλευση των εδαφών, η αλόγιστη χρήση λιπασμάτων για αύξηση της γονιμότητας των εξαντλημένων εδαφών, η αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων και η αλόγιστη χρήση ζιζανιοκτόνων και απολυμαντικών εδάφους, έφεραν στο φως της δημοσιότητας τις αρνητικές επιδράσεις που είχαν και έχουν αυτές οι ενέργειες, στην ασφάλεια των παραγόμενων λαχανικών και στο περιβάλλον. Ήταν επομένως αναμενόμενο να αυξηθεί η ζήτηση για πιο ασφαλή λαχανικά που η αειφορική καλλιέργεια μπορεί να τα εξασφαλίσει.

3). Αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά προϊόντα (οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, θρεπτική αξία): Η μέχρι σήμερα ποιοτική κατάταξη των προϊόντων βασίζεται κατά κύριο λόγο στα μακροσκοπικά χαρακτηριστικά των λαχανικών, όπως το σχήμα, το μέγεθος, η στιλπνότητα του καρπού, η απουσία στιγμάτων, το χρώμα, η συνεκτικότητα κλπ. Όλα αυτά βέβαια είναι σωστά, αλλά αφήνουν έξω από την ποιοτική κατάταξη δύο πολύ σημαντικούς παράγοντες. Την διατροφική αξία ενός προϊόντος και τη γεύση (οργανοληπτικά χαρακτηριστικά). Η καθετοποιημένη παραγωγή όλων σχεδόν των λαχανικών, η υπερλίπανση, η χρήση φυτορρυθμιστικών ουσιών, η συστηματική άρδευση, έχουν ως στόχο την αύξηση των αποδόσεων και τη μείωση του κόστους παραγωγής. Όμως αφήνουν στο περιθώριο τη διατροφική αξία που μειώνεται, αλλά και τη γεύση που επίσης είναι υπολειμματική έναντι μιας τεχνικής (αειφορική), που δεν βιάζει με τις μεθόδους της την παραγωγική διαδικασία.

4). Μικρός βιολογικός κύκλος: Πολλά είδη και ποικιλίες μπορούν να κλείσουν το βιολογικό κύκλο τους σε ένα διάστημα από 60-120 ημέρες. Παράδειγμα το μαρούλι, η πατάτα, το ραπανάκι, το σπανάκι, το ραδίκι και πολλά άλλα. Αυτό συνεπάγεται εντατικότερη εκμετάλλευση του ίδιου εδάφους με εναλλαγή και άλλων καλλιεργειών στο χρόνο. Αυτό το χαρακτηριστικό εξασφαλίζει μεγαλύτερο εισόδημα ανά στρέμμα και ανά έτος, κάτι που βεβαίως ισχύει και για τις συμβατικές καλλιέργειες κηπευτικών.

            Οι έννοιες κλειδιά στην αειοφορική καλλιέργεια και παραγωγή πιστοποιημένων κηπευτικών είναι η βιοποικιλότητα και η αμειψισπορά. Παρά το μεγάλο αριθμό των καλλιεργούμενων λαχανικών πάντα είναι επιθυμητή η αύξηση της βιοποικιλότητας που δίνει τη δυνατότητα καλύτερου σχεδιασμού συστημάτων αμειψισποράς. Σε αυτή την κατεύθυνση σημαντικό ρόλο παίζουν τα λαχανευόμενα και οι λεγόμενες εναλλακτικές καλλιέργειες.
Με τον όρο λαχανευόμενα εννοούμε όλα εκείνα τα φυτικά είδη που αυτοφύονται σε όλη την ελληνική επικράτεια και γίνονται αντικείμενο συλλογής και εκμετάλλευσης για τις ανάγκες της ανθρώπινης διατροφής. Αυτός ο ορισμός υποδηλώνει ότι συμπεριλαμβάνονται μια πλειάδα φυτών που ανήκουν σε πολλές οικογένειες όσον αφορά τη συστηματική τους κατάταξη, αλλά και διαφορετικού βιολογικού κύκλου και εν γένει συνθηκών ανάπτυξης.
Καθίσταται επομένως δύσκολη η συστηματική κατάταξή τους και η μελέτη σε ομάδες των χαρακτηριστικών τους και των διαφορετικών απαιτήσεών τους σε καλλιεργητικές φροντίδες. Ωστόσο από ένα πολύ μεγάλο αριθμό φυτών που συμπεριλαμβάνει ο όρος "λαχανευόμενα", μόνο ένας μικρός αριθμός έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης με την έννοια της συστηματικής καλλιέργειάς τους από τους παραγωγούς. Έτσι μπορεί να γίνει ένας διαχωρισμός σε λαχανευόμενα που έχουν γίνει σήμερα αντικείμενο συστηματικής καλλιέργειας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να ειπωθεί ότι έχουν χάσει την αυθεντικότητα της έννοιας αυτοφυή και σε μια πολύ μεγάλη ομάδα φυτών που ακόμα δεν έχουν ενταχθεί σε συστηματική καλλιέργεια και ως εκ τούτου εξακολουθούν να διατηρούν την αυθεντικότητα του όρου αυτοφυές.
            Η μεγάλη σπουδαιότητα των λαχανευόμενων εντοπίζεται κυρίως στην υψηλή θρεπτική αξία που έχουν και στο γεγονός της προσαρμογής τους συχνά σε αντίξοες συνθήκες.
Το πρώτο χαρακτηριστικό γίνεται αντιληπτό αν σκεφτεί κανείς ότι αναπτύσσονται σε εξαιρετικά τυχαίες συνθήκες στη φύση και ως εκ τούτου αποκτούν όλα τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά που συναντούμε όταν ένα φυτό αναπτύσσεται σε συνθήκες αντίξοες που το βοηθούν να συσσωρεύσει περισσότερα σάκχαρα, να αποκτήσει καλύτερο άρωμα, μεγάλη περιεκτικότητα σε βιταμίνες, μεγάλη περιεκτικότητα σε ιχνοστοιχεία και μάλιστα σε ορισμένα που έχουν πλέον χαθεί από ένα αγρό που καλλιεργείται συστηματικά όπως το σελήνιο. Ωστόσο η συστηματική καλλιέργειά τους στο ίδιο έδαφος είναι προφανές ότι θα προκαλέσει μια μείωση της διατροφικής τους αξίας εξαιτίας των καλλιεργητικών περιποιήσεων που θα δεχτούν και κατά συνέπεια θα χάσουν το χαρακτηριστικό της τυχαίας ανάπτυξης σε δύσκολες συνθήκες με αποτέλεσμα τη μείωση της διατροφικής αξίας που έχουν ως αυτοφυή λαχανευόμενα.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό δίνει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης εδαφών που για κάποιο λόγο έχουν υποβαθμιστεί και δύσκολα θα μπορούσαν να βελτιωθούν οι φυσικές και χημικές ιδιότητές τους ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μια συστηματική καλλιέργεια ενός άλλου απαιτητικού φυτού. Μερικά παραδείγματα που δείχνουν το πλεονέκτημα του δεύτερου αυτού χαρακτηριστικού των λαχανευόμενων είναι ο ζοχός που προσαρμόζεται σε βαριά εδάφη κακώς στραγγιζόμενα, η αλμύρα που αντέχει στη μεγάλη αλατότητα τόσο του εδάφους όσο και του νερού, η κάππαρη που προσαρμόζεται σε εδάφη με υψηλό ποσοστό ασβεστίου κ.α.
Η προσπάθεια συστηματικής καλλιέργειας αρκετών λαχανευόμενων έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια και σε αυτό συνετέλεσε η υψηλή τιμή που έχουν και βέβαια η αντίστοιχη ζήτηση από τη μεριά των καταναλωτών, που αναζητούν υγιεινότερες διατροφικές συνήθειες μετά τη καταιγίδα των έτοιμων φαγητών μικρής διατροφικής αξίας που έχουν εισέλθει στην καθημερινή διατροφή μας σαν αποτέλεσμα της αλλαγής του τρόπου ζωής κυρίως στις μεγάλες πόλεις.
Ένας άλλος λόγος που οδήγησε στη συστηματική καλλιέργεια είναι και το γεγονός ότι ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι στις πόλεις τουλάχιστον, αναζητούν στη φύση να συλλέξουν αυτοφυή φυτά που θα συμπληρώσουν τη διατροφή τους. Σε αυτό συνέβαλε τόσο η αύξηση του μέσου εισοδήματος όσο και η αλλαγή του τρόπου ζωής των κατοίκων της πόλης που ο ελεύθερος χρόνος συνεχώς μειώνεται εις βάρος των μετακινήσεων ή της εργασίας. Έτσι η νοσταλγία της παραδοσιακής διατροφής του χωριού στον εσωτερικό μετανάστη της πόλης, εύκολα τον οδηγεί στην αγορά ενός λαχανευόμενου που το κατανάλωνε πριν μερικά χρόνια στο χωριό του, όσο και αν η τιμή τους πολλές φορές είναι αρκετά υψηλή.
Στα πλαίσια της αειφορικής γεωργίας τα λαχανευόμενα αποτελούν μια σπουδαία λύση για την άσκηση της αειφορίας δεδομένου ότι μπορεί να χρησιμοποιούνται σαν φυτά εδαφοκάλυψης με στόχο την προστασία του εδάφους από διάβρωση, μπορούν να ενταχθούν σε προγράμματα αμειψισποράς, ή μπορούν να αποτελέσουν μέρος της αντιμετώπισης ανεπιθύμητων ζιζανίων σε ένα αγρό ως φυτά ανθεκτικά και συνεπώς ανταγωνιστικά τους. Το σπουδαιότερο όμως πλεονέκτημα που έχουν είναι μια φυσική ανθεκτικότητα σε προσβολές εχθρών και ασθενειών που έχει αποκτηθεί με την προσπάθεια επιβίωσής τους στη φύση, αλλά και το σπουδαίο γεγονός της προσαρμογής τους σε αντίξοες εδαφικές συνθήκες.
Οι προσεγγίσεις αξιοποίησής τους που μπορούν να εφαρμοστούν κατά την άσκηση της αειφορικής καλλιέργειας είναι σε δύο κατευθύνσεις. Κατά την πρώτη κατεύθυνση αρκεί η ενθάρρυνση της υπάρχουσας βλάστησης σε ένα έδαφος είτε με επιλεκτική καταστροφή των ανεπιθύμητων φυτών ανατρέποντας έτσι τον ανταγωνισμό υπέρ του λαχανευόμενου, είτε με μια επιλεγμένη τυχαία όμως συμπληρωματική σπορά για αύξηση του πληθυσμού τους σε μια δοσμένη εδαφική επιφάνεια με τον ίδιο στόχο. Κατά τη δεύτερη κατεύθυνση επιλέγεται η συστηματική πλέον καλλιέργειά τους σ' ένα έδαφος με τεχνικές που είναι ίδιες με τα καλλιεργούμενα λαχανικά, με τη διαφορά βέβαια ότι αυτές οι τεχνικές προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες του κάθε φυτού.
Ένα πρόβλημα που υπάρχει στην συστηματική καλλιέργεια των λαχανευόμενων είναι η εξασφάλιση πολλαπλασιαστικού υλικού. Η μέχρι σήμερα εμπειρία έχει καταδείξει ότι για ορισμένα είδη έχει αρχίσει μια δραστηριότητα παραγωγής σπόρου σε τοπικό επίπεδο. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο ζοχός όπου μπορεί κανείς να βρει σπόρο στο εμπόριο, αλλά σε περιοχές της χώρας όπου υπάρχει η σχετική δραστηριότητα καλλιέργειάς του (Στερεά Ελλάδα). Υπάρχουν ωστόσο σε μεγαλύτερη κλίμακα σπόροι διαφόρων άλλων ειδών όπως ο ανθρίσκος ή μυρώνι, η φακελωτή, το λάπατο, η ρόκα, ο κόλιαντρος κ. ά. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας όπου κάποιο λαχανευόμενο αποτελεί σημαντικό μέρος της διατροφικής συνήθειας των κατοίκων, μπορεί να γίνεται ατομική συλλογή σπόρων και καλλιέργειά του σε μικρή έκταση, τέτοια που να καλύπτει τις ανάγκες λίγων καταναλωτών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το μακεδονήσι στην Ήπειρο όπου χρησιμοποιείται ως αρτυματικό φυτό σε διάφορες πίτες. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατό να βρει κανείς στο εμπόριο σε φυτωριούχους νεαρά σπορόφυτα έτοιμα για μεταφύτευση. Ένα τέτοιο φυτό είναι η αλμύρα που κατά την άνοιξη βρίσκει κανείς σε φυτώρια των Μεσογείων της Αττικής όπου κυρίως καλλιεργείται νεαρά σπορόφυτα σε σακουλάκια.
Οι εναλλακτικές καλλιέργειες περιλαμβάνουν είδη που δεν καλλιεργούνται είτε καθόλου στην Ελλάδα, είτε καλλιεργούνται ακόμα σε μικρές εκτάσεις, όπως είναι ο ριζώδης μαϊντανός, το μικρόκαρπο άσπερμο καρπούζι, οι πατάτες μικρού μεγέθους (potato baby), το κολοκάσι κλπ. Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα από αυτά τα είδη έχουν εξειδικευμένη ζήτηση σε ορισμένες χώρες που από παράδοση τα καταναλώνουν. Έτσι ο ριζώδης μαϊντανός καταναλώνεται σε χώρες της Β. Ευρώπης όπως η Πολωνία. Τα μικρόκαρπα λαχανικά ζητούνται σε πολλές χώρες της Ευρώπης και ειδικά οι πατάτες μικρού μεγέθους στη Βρετανία. Το κολοκάσι είναι γνωστό ότι καταναλώνεται στην Κύπρο. Το είδος όμως που παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον και για τη χώρα μας είναι το άσπερμο καρπούζι μικρού μεγέθους. Με τη διάδοσή του θα εκλείψει στις αγορές κυρίως της Ευρώπης η εμφάνιση της «φέτας» καρπουζιού, επειδή το μέσο μέγεθος και βάρος των καρπών είναι μικρό. Άλλο δέλεαρ για τους καταναλωτές είναι η απουσία σπερμάτων από τη σάρκα του καρπού.

Ο νομός της Καρδίτσας έχει μια μακρόχρονη παράδοση στη γεωργική δραστηριότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο νομό εκτός από τα παραδοσιακά καλλιεργούμενα φυτά (βαμβάκι, σιτάρι) καλλιεργούνται κηπευτικά και υπαίθρια και θερμοκηπίου. Επομένως υπάρχει η γνώση και η υποδομή για επιτυχή ένταξη στις καλλιέργειες του νομού και άλλων ειδών λαχανικών αλλά και λαχανευόμενων και εναλλακτικών καλλιεργειών. Βασική προϋπόθεση η εξασφάλιση συνθηκών εμπορίας των νέων προϊόντων, αλλά και η τεχνική υποστήριξη και διαρκής εκπαίδευση στα σύγχρονα συστήματα καλλιέργειας.